Αρχική Εκτυπώστε ατην σελίδα Προσθήκη στα αγαπημένα Χάρτης της ιστοσελίδας Ε-mail Join our facebook page
Μυρτιές
Φυσικά Σφουγγάρια
online booking
Myrties Boutique Apartments
Μυρτιές, Κάλυμνος 85 200 Ελλάδα
Τηλ. +30 6986285888
Τηλ. & Φαξ: +30 22430 47306
E-mail: info@myrtiesboutiqueapartments.gr
E.O.T. MHTE : 1143K123K0570501

"Άνθρωποι & Σφουγγάρια"

Από το Βιβλίο – Λεύκωμα της Σου Παπαδάκου: "Σφουγγαράδες – Οι θρύλοι του Αιγαίου"
Εκδόσεις Μίλητος www.militosbooks.gr

 
Η σχέση του ανθρώπου με τα σφουγγάρια ανάγεται σε πολύ μακρινούς χρόνους. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι τα μεταχειρίζονταν ευρέως στο μπάνιο τους, για τη καθαριότητα του σπιτιού τους και των ευρύτερων χώρων αλλά και σε πολλές άλλες χρήσεις.


 
Ο Αριστοτέλης περιγράφει λεπτομερώς, μεταξύ άλλων, τα είδη και τα ονόματα των σφουγγαριών, αναφερόμενος μάλιστα στο σπάνιο είδος Αχίλλειον, όπως το ονόμαζαν τότε, το οποίο είχε την πιο πυκνή και ισχυρή υφή και χρησιμοποιείτο κάτω από τα κράνη και τις περικνημίδες για να πνίγει το θόρυβο των κτυπημάτων.

Οι Ρωμαίοι κάποιες φορές χρησιμοποίησαν τα σφουγγάρια αντί για ...κούπες! Είναι απαραίτητο εδώ να διευκρινισθεί ότι αυτό που εμείς οι άνθρωποι ονομάζουμε σφουγγάρι δεν είναι τίποτα άλλο από τον κερατοειδή σκελετό του συγκεκριμένου ζώου, ο οποίος έχει επεξεργασθεί με ένα συγκεκριμένο τρόπο.

Οι σπόγγοι, όσο και αν φαίνεται παράξενο, είναι θαλάσσια ασπόνδυλα και ανήκουν στο ζωικό βασίλειο. Είναι βέβαια, από τα πιο ιδιόμορφα ζώα του ζωικού βασιλείου γιατί μοιάζουν πιο πολύ με φυτά, παρά με ζώα. Υπάρχουν πιθανώς πάνω από 10.000 είδη, από τα οποία 150 περίπου ζουν σε γλυκά νερά, ενώ τα υπόλοιπα ζουν σε όλες τις θάλασσες του κόσμου...
 

...οι επιστήμονες δεν ήταν για πολλά χρόνια σε θέση να προσδιορίσουν αν οι σπόγγοι ανήκαν ή όχι στ ζωικό βασίλειο, παρά το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος που είχε καταλήξει  σε αυτό το συμπέρασμα και αργότερα συντάχθηκαν με την άποψη αυτή, ο Πλίνιος και ο Αιλιανός.

...Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι σπόγγοι είναι πολυκυτταρικοί ζωικοί οργανισμοί και ανήκουν στο φύλο Ποροφόρα (Porifera)...

Tα σφουγγάρια διακρίνονται σε ήμερα και άγρια, δηλαδή σε εμπορεύσιμα και μη. Από τα εμπορεύσιμα είδη σφουγγαριών εκείνα της Μεσογείου θεωρούνται τα καλύτερα στο κόσμο και σε εμφάνιση και σε ποιότητα. Αντίθετα τα αμερικάνικα δείχνουν ωραία όταν είναι στεγνά, αλλά όταν βρέχονται, σχίζονται και χαλάνε. Τα είδη του μεσογειακού σφουγγαριού είναι πολλά και διαφέρουν ανάλογα με το κλίμα, το βάθος, το έδαφος, τη θερμοκρασία και το σχήμα τους. Τα μεσογειακά εμπορεύσιμα είδη είναι τα εξής:

Το καπάδικο, σφουγγάρι σχεδόν σφαιρικό και κατ’ εξοχήν βαρύ και χοντρό. Η κάτω επιφάνεια του, με την οποία προσφύεται στο υπόστρωμα είναι τραχιά. Το χρώμα του είναι συνήθως σκούρο καφέ και απαντάται σε βάθη από 9 - 80μέτρα. Αλιευτικά πεδία καπάδικου υπάρχουν κυρίως στη Κρήτη, στις Κυκλάδες, στην Εύβοια και στα Δωδεκάνησα.

Το λαγόφυτο, ονομάζεται και ψαθούρι ή λαφίνα ή αυτί του ελέφαντα. Το σφουγγάρι αυτό που έχει σχήμα ποτηριού, θεωρείται το πιο όμορφο ανάμεσα σε όλα τα άγρια και τα ήμερα σφουγγάρια. Το σχήμα του μεταβάλλεται ανάλογα με την ηλικία του. Σε νεαρή μορφή μοιάζει με κύπελλο, ενώ κατά την ενήλικη φάση της ζωής του το σχήμα του αλλάζει εντελώς και γίνεται ελασματοειδές, θυμίζοντας βεντάλια. Το χρώμα του, όταν αλιεύεται από μεγάλα βάθη, είναι γκρίζο μπλε και η διάμετρος του μπορεί να ξεπεράσει το 1 μέτρο. Απαντάται συνήθως στα σκληρά, κοραλλιογενή υποστρώματα και το βρίσκουμε σε βάθος 60 – 100 μέτρα.

 


Ο μανταπάς είναι συνήθως στρογγυλό και πιο σκληρό σφουγγάρι. Ανήκει στο ίδιο είδος με το φίνο, αλλά προέρχεται από μικρότερα βάθη.

Το φίνο, θεωρείται το καλύτερο και πιο ακριβό είδος σφουγγαριού με ιδιαίτερα μεγάλη ποικιλομορφία. Το χρώμα του μεταβάλλεται αντιστρόφως ανάλογα προς τη θολερότητα. Είναι συμπαγές και έχει μεγάλη ελαστικότητα και ευκαμψία. Το χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι η βελουδένια του αίσθηση που οφείλεται στη πολύ λεπτή του υφή. Βρίσκεται κυρίως στη Κρήτη, τα Δωδεκάνησα, στη Σάμο και στη Εύβοια σε βάθος μέχρι 100 μέτρα.

Το τούρκικο φλυτζάνι, το σχήμα αυτού του σπόγγου, που λέγεται επίσης μελάθη ή λεπτό σφουγγάρι της Συρίας, θυμίζει χωνί ή φλυτζάνι. Ζει σε βάθος με χοντρή άμμο, με μεγάλα βράχια ή σε λιβάδια ποσειδωνίας και σε βάθος 50 περίπου μέτρων.

Η τσιμούχα, ονομάζεται και δερματώδης σπόγγος. Το είδος αυτό έχει τόσες πολλές μορφές, που οι σφουγγαράδες λένε ότι καμιά τσιμούχα δεν μοιάζει με την άλλη. Το χρώμα της ποικίλλει. Προτιμά τα σκληρά υποστρώματα και τα βάθη που αλιεύεται κυμαίνονται από 25 – 100 μέτρα. Αλιευτικά πεδία υπάρχουν κυρίως στη Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και στις Κυκλάδες. Η τσιμούχα της Ελλάδας θεωρείται η κατώτερη ποιότητα σφουγγαριού, αλλά η τσιμούχα της Λιβυής είναι καλύτερη και από το φίνο.

Η χρυσή μεταπολεμική περίοδος της σπογγαλιείας σταμάτησε το 1986, όταν εξαπλώθηκε η τρομερή αρρώστια των σφουγγαριών, που κατέστρεψε ολοσχερώς όλα τα αλιευτικά πεδία της Μεσογείου. Οι ειδικοί παρατήρησαν στα άρρωστα σφουγγάρια ασυνέχεια στη δομή των ινών σπογγίνης, καταστροφή των κυτταρικών μεμβρανών και λύση των κυττάρων. Αν άγγιζε κανείς το σφουγγάρι στο βυθό, διαλυόταν σε δευτερόλεπτα λες και ήταν σάπιο. Η ολοσχερής καταστροφή ενός άρρωστου σπόγγου συνέβαινε μέσα σε ελάχιστες μέρες και από την εγγύς περιοχή αναδυόταν μία έντονη μυρωδιά υδροθείου.

Πολλά ελέχθησαν για την αρρώστια αυτή. ʼλλοι μιλούσαν για ρύπανση και άλλοι, ιδιαίτερα οι σφουγγαράδες, τη συνέδεσαν με το ατύχημα του Τσέρνομπιλ. Επίσημα στοιχεία δεν υπάρχουν. Οι ειδικοί αναφέρουν ότι η ασθένεια  είχε επιπτώσεις όχι μόνο στα σφουγγάρια, αλλά σε όλους τους εδραίους οργανισμούς και εξαπλώθηκε σε βάθη μέχρι 50 μέτρων με τέτοια ταχύτητα, που κατά τη περίοδο της έξαρσης της άγγιζε τα όρια επιδημίας εκρηκτικού τύπου. Δέκα περίπου χρόνια μετά, το μόνο που αναφέρουν με βεβαιότητα είναι ότι η ασθένεια πέρασε από συγκεκριμένα μονοπάτια ακολουθώντας πιστά το θαλάσσιο ρεύμα της Λεβαντίνης.

Πριν το 1986 μια καλή σοδειά σφουγγαριών έφτανε τον ένα τόνο. Μετά το 1986 καμιά σοδειά δεν ξεπερνούσε τα 100 κιλά ! Η έλλειψη του σφουγγαριού είχε ως αποτέλεσμα και την αύξηση της τιμής του. Το 1983 η τιμή του κιλού ήταν 6.000 δρχ. περίπου, ενώ στις αρχές του ’90 έφτασε τις 40.000 δρχ. προς το τέλος της δεκαετίας του ’90 τα σπογγαλιευτικά πεδία άρχισαν να ανακάμπτουν, αλλά από το 2001 και μετά οι σφουγγαράδες αναφέρουν ότι η ασθένεια ξαναεμφανίστηκε. Το μέλλον θα δείξει αν η κατάσταση αυτή είναι περαστική και η σπογγαλιεία θα συνεχίσει τη παραδοσιακή της εξέλιξη ή αν θα καταλήξει και αυτή, μουσειακό έκθεμα μεγάλου κοινωνικού ενδιαφέροντος.